Καθώς τη τσιμεντώνανε και στέριωνε το γεφύρι,
ακούστηκε πέταγμα πουλιού γοργό και τρομαγμένο.
"Μην συνεχίσετε μάστορες.
Αφήστε κάτω το μυστρί και φέρτε γρήγορα σχοινί.
Αρκεί που ο πρωτομάστορας δέχτηκε να τη θυσιάσει.
Το γεφύρι στέριωσε και ποτέ του δεν θα πέσει".
Αμέσως ο πρωτομάστορας κατέβηκε ο ίδιος,
την κυρά του άρπαξε και την ανέβασε επάνω χωρίς σχοινί,
μόνο με δύναμη μεγάλη στα χέρια.
Τέτοια η αγάπη ήτανε που είχε πια για εκείνη,
που τίποτα δεν χρειάστηκε για να τη σύρει επάνω.
Και το πουλί ελάλησε και είπε δακρυσμένο:
"Κυρά μου, συγχώρα τον, δεν φταίει ο δόλιος.
Έπρεπε να γίνει δα κι αυτό για να τριτώσει το κακό¨".
Είπε και εξαφανίστηκε αμέσως μες στο δάσος.
Κι έτσι ο πρωτομάστορας μαζί με την κυρά του
ευτυχισμένοι έζησαν και μονοιασμένοι ήταν
και το γεφύρι στέριωσε κι αυτοί το εθαυμάζαν.
Μα πιο πολύ εθαύμαζαν το όμορφο ζευγάρι,
που τέτοια αγάπη δυνατή σπάνια συναντούσαν!